Javascript must be enabled to continue!

Portal

Germany: Increase in violence against politicians

23-03-2021 02:55

Ελισάβετ Βουδούρη

 

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών καταμετρήθηκαν 1.534 εγκλήματα κατά πολιτικών, μελών του κόμματος AFD, αλλά και περιουσιακών στοιχείων αυτού του κόμματος. Τα νούμερα αυτά φανερώνουν μια αύξηση κατά 9% από το 2019, οπότε τέτοιου είδους επιθέσεις ήταν σημαντικά λιγότερες.

Τα εγκλήματα αυτά, στην πλειοψηφία τους περιλαμβάναν λεκτική κακοποίηση, συκοφαντίες, απειλές και ρητορική μίσους, καθώς και υλικές ζημιές όπως γκράφιτι και εμπρηστικές επιθέσεις σε γραφεία των κομμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι παραπάνω εκφράσεις μίσους τροφοδότησαν και την εκδήλωση σωματικών επιθέσεων κατά των πολιτικών.

Το AFD ήταν το κόμμα που δέχτηκε τις περισσότερες εγκληματικές επιθέσεις. Η παρουσία του κόμματος στην γερμανική πολιτική σκηνή είναι συνυφασμένη με μια μακρά ιστορία ξενοφοβικού πνεύματος και ρατσιστικής διάθεσης. Ήδη από την ίδρυσή του, τον Φεβρουάριο του 2013, ακολουθεί μια καθαρά αντιμεταναστευτική πολιτική ατζέντα και καταγγέλλει, μεταξύ άλλων, την κήρυξη του Ισλάμ ως ασύμβατου με την γερμανική κουλτούρα, την παρεμπόδιση της επανένωσης οικογενειών προσφύγων που βρίσκονται ήδη στην Γερμανία και την αφαίρεση της γερμανικής υπηκοότητας από μετανάστες που έχουν ποινικές καταδίκες. Η φανερή αυτή ισλαμοφοβία και η άκρως αρνητική στάση απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες προκάλεσε και προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε ολόκληρη την χώρα, καθώς πολλές μειονότητες αισθάνονται πως βρίσκονται «υπό επίθεση», ενώ σε ένα γενικότερο πλαίσιο οι πολιτικές αυτές αντιτίθεται σε μεγάλο βαθμό με τις συνταγματικές αρχές της Γερμανίας. Το AfD αποτελεί ένα κόμμα με ακραίες αντιλήψεις, το οποίο παρουσιάζεται μέσα από μια ανοικτή φιλοναζιστική ρητορική και αποτελεί κίνδυνο για την συνταγματική ακεραιότητα της χώρας. Μάλιστα, ύστερα από τις δολοφονίες του Χάναου, τον Φεβρουάριο του 2020, το AfD βρέθηκε στο στόχαστρο της κριτικής, όχι μόνο των πολιτών, αλλά και των άλλων γερμανικών κομμάτων. Ο Cem Özdemir,  μέλος του κόμματος των Πρασίνων, είχε χαρακτηρίσει το AfD ως την «πολιτική πτέρυγα του μίσους», τονίζοντας την αναγκαιότητα αποστασιοποίησης από αυτό και την συν-υπευθυνότητά του για τα όσα συνέβησαν στο Χάναου.

Ο ΓΓ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD) Lars Klingbeil, πήγε τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα και, εκτός της δημόσιας κριτικής που άσκησε στο κόμμα, ζήτησε την παρακολούθηση του AfD από την Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος, η οποία είναι υπεύθυνη για θέματα κατασκοπείας εντός της χώρας αλλά και πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο το πολίτευμα. Σύμφωνα με τον Klingbeil: «Κάποιος πυροβόλησε στο Χάναου…, αλλά ήταν πολλοί που τον όπλισαν. Και σε αυτούς ανήκει αναμφίβολα και το AfD».

Πράγματι, λίγο αργότερα, κορυφαία στελέχη του AfD βρέθηκαν στο στόχαστρο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, γεγονός πρωτοφανές, καθώς ποτέ έως τότε οι μυστικές υπηρεσίες της Γερμανίας δεν ενδιαφέρθηκαν τόσο έντονα για ένα κόμμα. Τον Μάρτιο του 2020 ο διευθυντής των υπηρεσιών για την προστασία του Συντάγματος, Thomas Haldewang, δήλωσε σε ανακοίνωσή του ότι ένα μεγάλο τμήμα του κόμματος AfD, διέπεται από «αποδεδειγμένες εξτρεμιστικές τάσεις» , οι οποίες και έγιναν λόγος για την επί ένα χρόνο δραστηριοποίηση των μυστικών υπηρεσιών. Το τμήμα στο οποίο αναφέρθηκε ο Haldewang, είναι η λεγόμενη «Πτέρυγα» , η οποία χαρακτηρίζεται από ακραίες απόψεις και στην οποία πρωτοστατεί ο Björn Höcke, επικεφαλής του κόμματος στην Θουριγγία. Ήδη το 2016, τέσσερα χρόνια πριν τις δολοφονίες στο Χάναου, η «Πτέρυγα» είχε δημιουργήσει δημόσια αντίδραση και είχε αγανακτήσει μεγάλο μέρος των Γερμανών, μέσω της δημοσιοποίησης της Διακήρυξης της Ερφούτης, με την οποία ζητούσε μία «θεμελιώδη πολιτική στην Γερμανία». Αλλά και ο ίδιος ο Höcke προκαλούσε – και εξακολουθεί να προκαλεί – αναταραχές στην κοινή γνώμη, μέσω ξενοφοβικών και «βίαιων» δηλώσεων. Μια τέτοια δήλωσή του ήταν πως οι Γερμανοί επιζητούν «μία ιστορική μορφή, η οποία θα γιατρέψει τις πληγές του λαού, θα ξεπεράσει τον διχασμό και θα διόρθωση τα πράγματα».

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το ίδιο το AfD είναι «διασπορέας» της ρητορικής του μίσους, της οποίας τα αποτελέσματα σιγά σιγά αρχίζουν να πλήττουν και το ίδιο. Ο λόγος του, δηλαδή, δεν ωθεί πλέον μονάχα σε επιθέσεις οπαδών του εναντίον μειονοτικών ομάδων, αλλά προκαλεί και αντιδράσεις μίσους από εκείνους που είναι αντίθετοι της πολιτικής ατζέντας του. Ενώ, όμως, το σχήμα αυτό – της δράσης και αντίδρασης – εξηγεί τον πρωτοποριακό αριθμό σε επιθέσεις έναντι πολιτικών, δεν αποτελεί την μοναδική εξήγηση για το φαινόμενο στο σύνολό του. Οι επιθέσεις αυτές δεν είναι αποκλειστικά μία απάντηση στο συγκεκριμένο κόμμα και τις ρητορικές μίσους που αυτό προωθεί. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, το οποίο έχει ποικίλους τρόπους εμφάνισης, στρέφεται εναντίον διαφόρων πολιτικών απόψεων και στοχεύει πολιτικούς όλων σχεδόν των κομμάτων – κάποιους περισσότερο και άλλους λιγότερο.

Έτσι βλέπουμε την AfD να ακολουθείται, στατιστικά, από την CDU της Angela Merkel, τη Χριστιανική Κοινωνική Ένωση (CSU) και το κόμμα των Πρασίνων. Πάνω από 60 επιθέσεις αφορούσαν μικρά κόμματα, τα οποία ως τοπικά δεν εκπροσωπούνταν καν στο γερμανικό Κοινοβούλιο, 544 αποδόθηκαν σε ομάδες με αριστερά κίνητρα και 393 στη δεξιά. Ένας μεγάλος αριθμός εγκλημάτων (532) δεν μπορούσαν να αποδοθούν σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ή κίνητρα από το Υπουργείο Εσωτερικών.

Ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Εγκληματικής Αστυνομίας της Γερμανίας, Ηolger Münch, ανέφερε ενώπιον του περιοδικού Der Spiegel ότι οι απειλές και οι επιθέσεις αυξήθηκαν σημαντικά λόγω της πανδημίας του κοροναϊού, και πλέον εκτός από πολιτικούς αφορούσαν και ιολόγους και δημοσιογράφους.

Ο Martin Hess, μέλος του κόμματος AfD, δήλωσε στην DW ότι: «Υπάρχουν πολιτικοί στο κόμμα μας, οι οποίοι μετά από επιθέσεις και απειλές δεν μπορούν να εμφανιστούν δημοσίως, παρά μόνο με μαζική προσωπική προστασία», υπογραμμίζοντας πως το γεγονός αυτό αποτελεί ντροπή για το δημοκρατικό κράτος δικαίου, και τονίζοντας ότι οι κύριοι υπεύθυνοι της κατάστασης αυτής είναι οι αριστεροί εξτρεμιστές. Παρόλα αυτά, και ενώ ένας μεγάλος αριθμός επιθέσεων μπορεί πράγματι να αποδοθεί σε εξτρεμιστικές απόψεις της αριστεράς, οι γερμανικές εγχώριες υπηρεσίες πληροφοριών αρχίζουν να καταμετρούν ολοένα και περισσότερους δυνητικά βίαιους ακροδεξιούς εξτρεμιστές, παρά αριστερούς εξτρεμιστές (σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση της ομοσπονδιακής εγχώριας υπηρεσίας πληροφοριών οι δεξιοί ανέρχονταν στους 13.000 , ενώ οι αριστεροί στους 9.200). Παρόλα αυτά, η βία στο σύνολό της, καταδικάζεται σε όλες της τις μορφές και δεν διαχωρίζεται σε «δεξιά» και «αριστερά».

Σύμφωνα με την Ute Vogt, εκπρόσωπο εσωτερικής πολιτικής του SPD, το να είσαι πολιτικός γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

«Παλαιότερα λαμβάναμε ανώνυμα γράμματα, τα οποία ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπιστούν από αυτές τις συκοφαντίες και προσβολές, οι οποίες συχνά παίρνουν δημόσιο χαρακτήρα. Νομίζω ότι η δουλειά έχει δυσκολέψει γιατί ο σεβασμός έχει μειωθεί σημαντικά», είπε η Vogt και προσθέτει πως «Η βία ξεκινά πάντα με λόγια». Η πολιτική συζήτηση γίνεται πιο επιθετική στο σύνολό της και διάφορες θέσεις διατυπώνονται πιο επιθετικά, πράγμα που οδηγεί τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι πρέπει να αναλάβουν δράση. Αυτό, κατά την Vogt, είναι μια καταστροφική εξέλιξη για τη δημοκρατία, η οποία ωστόσο είναι μία πραγματικότητα που χτυπά ανελέητα και σε κύριο βαθμό τα τοπικά κόμματα και τους «μικρούς» πολιτικούς.

Η Irene Mihalic, εκπρόσωπος της εσωτερικής πολιτικής για τους Πράσινους, δήλωσε ότι ακόμη και εξέχοντες πολιτικοί, ειδικά εκείνοι που ασχολούνται με συναισθηματικά ζητήματα, πρέπει να συνηθίσουν να αντλούν κακοποίηση.

«Εξαρτάται σίγουρα από το πόσο είστε διατεθειμένοι να εκθέσετε τον εαυτό σας σε ορισμένα θέματα», είπε συγκεκριμένα η Mihalic, προσθέτοντας πως «εάν αντιμετωπίσετε τον ρατσισμό, τον ακροδεξιό εξτρεμισμό και τις διακρίσεις, τότε γίνεστε αντικείμενο μίσους. Έτσι ακριβώς είναι».

Ενώ όμως οι διάσημοι πολιτικοί βρίσκονται κάτω από προστασία, οι μικρότεροι συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με εκδηλώσεις βίας και απειλές, χωρίς κανένα προστατευτικό μετρό που να τους διαφυλάσσει από αυτά.

«Ως μέλη της Bundestag είμαστε συγκριτικά προνομιούχοι», παραδέχεται η Mihalic, «Είμαστε όλοι προστατευμένοι από την ομοσπονδιακή αστυνομία. Αυτό σημαίνει ότι αν κάποιος μας απειλούσε πραγματικά, τότε θα λαμβάνονταν μέτρα […] Η ομοσπονδιακή αστυνομία μας έχει συμβουλεύσει να αναφέρουμε κάθε περιστατικό, όσο μικρό και αν είναι. Αλλά εξαρτάται πάντα από τον μεμονωμένο βουλευτή. Γνωρίζω τους συναδέλφους που λαμβάνουν απειλητικά μηνύματα και λένε «Δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να εκφοβιστεί, θα το πετάξω». Όχι, αναφέρετέ το στην αστυνομία. Είναι σημαντικό να καταγράφονται αυτά τα πράγματα, έτσι ώστε η αστυνομία να μπορεί να αξιολογεί καλύτερα τις καταστάσεις».

Ωστόσο, ο κίνδυνος για τους περιφερειακούς πολιτικούς, αλλά και τους εθελοντές του κόμματος, οι οποίοι έχουν περισσότερη καθημερινή έκθεση στο κοινό και λίγη ασφάλεια, είναι πιο έκδηλος από ποτέ. Η δολοφονία του Walter Lübcke, κυβερνήτη της περιοχής Kassel, το 2019 και η επίθεση με μαχαίρι κατά της Henriette Reker κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας της για τις τοπικές εκλογές της Κολωνίας το 2015, αποτελούν απόδειξη της σοβαρότητας των κινδύνων αυτών. Μάλιστα το γεγονός ότι ο Walter Lübcke δολοφονήθηκε στην βεράντα του σπιτιού του, επιβεβαιώνει τον ευάλωτο χαρακτήρα των τοπικών πολιτικών.




This Project was co-funded by the European Union’s Rights, Equality and Citizenship Programme (2014-2020). Τhe content of this website represents the views of the author only and is his/her sole responsibility. The European Commission does not accept any responsibility for use that may be made of the information it contains.

facebook

NEWSLETTER



emailE-mail: info@sophism.eu